ἐρημοφίλης

ἐρημο-φίλης [pron. full] [ῐ], ου, ,
A loving solitude, AP9.396(Paul. Sil.), APl.4.256.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερημοφίλης — ἐρημοφίλης, ὁ (AM) αυτός που αγαπά την ερημιά, τη μοναξιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερημο (< έρημος*) + φίλης (< φιλώ) πρβλ. παιδο φίλης] …   Dictionary of Greek

  • ἐρημοφίλας — ἐρημοφίλᾱς , ἐρημοφίλης loving solitude masc acc pl ἐρημοφίλᾱς , ἐρημοφίλης loving solitude masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.